Φοβόταν ο Πόε;

Ποιητής, συγγραφέας, εκδότης, τυπογράφος, φίλος και συγκάτοικος με τους Allen Ginsberg και  Neal Cassady για κάποια χρόνια, όταν έβαλε στον πρώτο να ακούσει Bob Dylan για πρώτη φορά ενώ για τον δεύτερο έχει γράψει μια ολόκληρη σειρά ποιημάτων, ο αμερικανός Charles Plymell είναι ένας από τους τελευταίους ζωντανούς δημιουργούς μιας παρελθοντικής Αμερικής που έχει φύγει πια ανεπιστρεπτί. Υπήρξε ως μια από τις πιο επιδραστικές μορφές στο χώρο του underground κόμικ εκεί στις αρχές των sixties, βάζοντας το κεφάλι και την πένα του Robert Crump να σκαλώσει και να σκαρώσει ‘κείνες τις παρανοϊκές ιστορίες που πήραν μπροστά με τη σειρά Zap Comix. Πριν απ’ όλα αυτά όμως είχε προλάβει να κάνει ένα σωρό δουλειές του ποδαριού, να χωθεί η ακουστική του και μη παιδεία στη jazz, στη country και στα γκόσπελ. «Άσκησε έντονη κριτική στο σύστημα των κρατικών επιχορηγήσεων, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για έναν πολιτικοποιημένο άδικο θεσμό που συντηρείται από την ίδια του τη μετριότητα. Λόγω των απόψεών του μπήκε στη μαύρη λίστα και δεν έλαβε ποτέ κάποιο βοήθημα από κανέναν ομοσπονδιακό, κρατικό ή ακαδημαϊκό οργανισμό. Έχει σχεδιάσει, τυπώσει και εκδώσει πολλά αντεργκράουντ περιοδικά και βιβλία μαζί με τη σύντροφό του Πάμελα Μπιτς, ένα όνομα σταθμό στις avant-garde εκδόσεις»*.
Το 1971 ο  Lawrence Ferlinghetti θα του κυκλοφορήσει στον City Lights τη νουβέλα «Last of the Moccasins». Ένα συγγραφικό ψηφιδωτό όπου ο Plymell τοποθετεί τους Beats, τους λιμενεργάτες, τους αγρότες, τους Ινδιάνους σε ένα σκληρό παραλήρημα αφήνοντας πίσω την δική του προσωπική σκόνη στα πράγματα. Από εκεί και πέρα όλα θα πάρουν το δρόμο τους και θα γίνει ένας από τους πιο πολυγραφότατους ποιητές μέχρι και σήμερα που συνεχίζει στα 80φεύγα του να γράφει, να δημιουργεί και να συνεργάζεται ασταμάτητα με μουσικούς όπως ο Mike Watt, (ξεκίνα με το μπάσο των Minutemen και η λίστα με τα συγκροτήματα που συμμετείχε δεν έχει τελειωμό), με τον Thurstονα (τί ποιόν Thurstονα;) και πάει λέγοντας. Επειδή όμως αυτή η κατηγορία τούτου του ιστολογίου θα ασχολείται με ποιήματα που έγιναν τραγούδια και όχι ακόμα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των εκάστοτε ποιητών, πάμε σάλτο στη βιβλιογραφία του Plymell στο 1989 όπου θα κυκλοφορήσει την συλλογή «Was Poe Afraid?». Σε μια ελεύθερη και πολύ πρόχειρη απόδοση το ομότιτλο ποίημα ρόλαρε ως εξής:

Φοβόταν ο Πόε;

Σ’ αυτούς τους πεζόδρομους της
Βαλτιμόρης απόψε – φοβόταν ο Πόε;
Τα ολονύχτιο σκουριασμένο σημάδι μιας εξόφθαλμης ρίμας
να φωσφορίζει από την πόρτα ενός ομιχλώδους καπηλειού.

Φοβόταν τα ολάνθιστα μάτια των σκύλων
τις αντανακλάσεις των κοράκων, των αρουραίων τα περιττώματα
μέσα από τα πριονίδια της Αγοράς Χόλινς
την μυρωδιά της σαπίλας και της λινάτσας πυκνή σαν γούνα.

Φοβόταν τις κατσαρίδες, την αρρώστια, την φτώχεια
την επίμονη φτώχεια να ουρλιάζει να κροταλίζει να σπάει να μαστιγώνει
τα κακόμοιρα πόνι να σέρνουν κάρα γεμάτα χορτάρια
πάνω στην Οδό Γκριν – υπερφορτωμένα με απληστία.

Φοβόταν το πηχτό πέρασμα του ουρανού πάνω από
την συννεφιασμένη Οδό Κρός καλύπτοντας ξετρυπώνοντας τη μέρα
το πορφυρό πέπλο, βελονιάζοντας από τον λόφο
μέχρι κάτω τον τυλιγμένο κόλπο από τα σκοτεινά νερά.

Μαύρα αγάλματα να στροβιλίζουν τεράστια πλισέ σεντόνια
όταν τα φώτα του δρόμου χαμηλώνουν, χάνοντας τα αστέρια,
σαν τους γλεντζέδες που ρέουν προς το στερνό τους αμάξι
μερικοί στου δειλινού το ελαφρώς διεστραμμένο μπαστούνι.

Φοβόταν την μπίρα, τα ναρκωτικά, το σάλτο
απ’ της ακτής το κουρελιάρικο μορφοκλασματικό λάθος
να αιωρείται σε ένα όνειρο ενταφιασμού φοβούμενος να κραυγάσει
επαναλαμβανόμενες μαθητευόμενες περήφανες εκδοχές της κόλασης.

Η δίνη ενός κύματος, μια μπερδεμένη απειλή
ξεκινά κι ενεργοποιεί αυτό που μετατρέπεται σε τρόμο
κάνει το όραμα να κυλάει σε αντίθεση από
τη δημιουργία και πως μια τέτοια χάρη τρέφεται.
…………………………………………………..

Μόλις πέρσι (2016) η γερμανίδα Andrea Schroeder κυκλοφορεί το τρίτο της άλμπουμ με τίτλο «Void». Ξεθάβει από τα συρτάρια της το ποίημα του Charles Plymell, βάζει ένα πιάνο στους πεζόδρομους της Βαλτιμόρης να το ξεπροβοδίσει κι ένα νυχτερινό κατευόδιο με το φάντασμα του Πόε να σεργιανίζει γύρω απ’ την εύθραυστα κουρασμένη φωνή της, στριφογυρίζει σε μια αδηφάγα μελοποίηση. Η Schroeder απαγγελοτραγουδάει σαν μια γνήσια ποιήτρια κάτω από τις γνώριμες μουσικές που την δίδαξαν οι σίγουροι ήχοι των Walkabouts, (o Chris Eckman άλλωστε έκανε την παραγωγή στα δύο πρώτα της άλμπουμ, «Blackbird, 2012» και «Where the wild oceans end, 2014») ενώ η φωνή της φέρνει αρκετά κοντά στην Patti Smith και στο πώς η ίδια έχει διδάξει του πως απαγγέλλεται η ποίηση.

Αφού διάβασες το ποίημα, άκου και τους ήχους τώρα.



ΕΔΩ ο Charles Plymell απαγγέλει ο ίδιος το Was Poe Afraid συνοδεία με τον Mike Watt. Περισσότερα για τον Plymell στο
Ενώ για την Andrea Schroeder στο προσωπικό της site

*Απόσπασμα από το βιογραφικό του Plymell που έγραψε ο Γιώργος Μπουρλής, για την ανθολογία που μετέφρασε κι επιμελήθηκε ο ίδιος με τίτλο, «Αμερικανοί Ποιητές & Ποιήτριες Τολμούν», εκδόσεις Εξάρχεια. 

Κίλινγκ Ιν Δε Νέιμ Οφ


… κράτα ρε φίλε, ένα ταξί παραμάσχαλα να πάρουμε… κι αυτό θα μας φύγει. Με κάμποσα κατοστάρικα πίναμε ιούσκια κάποτες, τους ξερνούσαμε τους πούστηδες και δίναμε και παραπάνω για το καθάρισμα να ουμ. Αυτό το να ουμ απ’ τις ταινίες το πήραμε… μπορεί κι απ’ τους Μπαοκτζήδες. Ναι ρε, απ’ τους Μπαοκτζήδες και να πα να γαμηθεί η κουλτούρα που γαμεί το χαρτί. Κράτα ρε, μη πέφτεις… έλα δω… κοίτα με ρε μαλάκα, σηκώνω το κουλό μου. Ρε το πούστη… όχι το ταρίφα ρε μαλάκα, εσένα λέω… ναι ρε, εσένα. Κάθεσαι σ’ αυτή τη κολώνα που ‘ναι σαν καβλί τόση ώρα και σε κρατάω… ρε το πούστη… ρε μαλάκα, βαστήξου στα πόδια σου, ρε σύνερθε… καλά εντάξει μη συνέρθεις, πώς να συνέρθεις, το κώλο σου ήπιες… ναι ρε, εντάξει θα ‘ρθει το ταξί. Ρε μαλάκα, θυμάσαι με τις δραχμές… γάμησέ με, κατόμπαλα, κατοστάρικα ρε μαλάκα, έχω ξεχάσει πια και ποιον πούστη είχαν πάνω, τον Παπ ρε μαλάκα; Ναι ρε θα πάρουμε ταξί, κάτσε να σου πω τώρα… θυμάσαι ρε μαλάκα ανήλικα είμεθα, άκου είμεθα, και ακούγαμε το Κίλινγκ Ιν Δε Νειμ Οφ, ακόμα αυτό ακούνε, κι εμείς σα μαλάκες ψάχνουμε να ακούσουμε άλλα που να σκοτώνουν, και καπέλα μαγισσών, κατάλαβες τι εννοάω… τι μαλάκηδες που ‘μαστε ρε πούστη μου. Πρόσεξε ρε… σε κρατάω… να κατουρήσεις; Τί να κατουρήσεις… κάτσε ρε μαλάκα… ναι, εντάξει οκ… ναι, θα κατουρήσεις, εδώ; τώρα; Κάτσε ρε, περίμενε, τί εδώ, σε πάω κάπου, σε πάω στο γαμήδι απέναντι… ναι ρε, δε σ’ αφήνω… ωωω το πούστη… έλα, σήκω γέρο μου αλλά προσοχή στο δρόμο. Μη πέφτεις ρε μαλάκα… ωωω το πούστη… έλα σήκω πάμε. Στράτα στρατούλα και τα αρχίδια μου κουνιούνται… αφού δε τραβάς ρε μαλάκα κάτσε να περιμένουμε ταξί. Ρε, τα κατοστάρικα τα θυμάσαι; θυμάσαι τα Νάιντιζ να ουμ, που δεν ήρθες να πα να δούμε το Παλπ Φίξιον του Ταραντίνο και δε μ’ άρεσε, κ’ έφυγα στα μισά και πήγα στου Μάνου και του λέω, Μάνο ένα Τζακ με δυο παγάκια. Ρε το Μάνο! Πήγα να δω του λέω το Παλπ Φίξιον, γιατί τόσος ντόρος ρε μαλάκα… κάτσε ρε… ναι, ξέρω ότι θυμάσαι… και μου λέει ο Μάνος, αφού δεν τέλειωσε ακόμα, περιμένουμε κόσμο απ το σινεμά, εεε, του λέω, δεν άντεξα βαρέθηκα… θα φας μάπες μαλάκα, σου λέω  πράματα να θυμηθείς τώρα… και μετά σκάσανε όλοι στο μαγαζί και βάλε Τρύπες ο Λεμονίδας ο ντιτζέις και βάλε Νισβάρνα που λέγαμε τότες και βάλε το Ροκεντρόλ Καν Νέβερ Ντάι και… χέσε μέσα ρε μαλάκα, 2017 φτάσαμε και με τα ίδια καβλώνουν ακόμα… ρε σταθεροποιήσου, μη πας πέρα δώθε… ρε μαλακά, ταξί… το ξέχασα… με γάμησες με το κατούρημα και τα υπόλοιπα. Ρε, τους μαλάκες που ερχόντουσαν ζευγαράκι τους θυμάσαι; τους μηχανόβιους λέω… κατοστάρικα ρε μαλάκα, βγαίναμε με κατοστάρικα… Περλ Τζαμ έπαιζε τότε, Περλ Τζαμ και τώρα… και Ταραντίνο ακόμα… μια ταινία δικιά του ποτέ δεν είδαμε… και τη Μισιρλού ρε μαλάκα, ακόμα… ρε μαλάκα μη κοιμάσαι… τη Μισιρλού λέω… 37 χιλιάδες χρόνια τη διασκευάζουν, απ’ το Παλπ Φίξιον τη βάζουν οι μυρωδιάδες οι ντιτζέηδες… πάει η άλλη του λέει του χάπατου, το Παλπ Φίξιον θέλω να ακούσω… μωρή, δεν έχει ντιβιντί το μαγαζί για να τα’ ακούσεις… τι να πεις ρε… ρε, ρε, ρε… ναι, ταξί μαλάκα, πάλι το ξέχασα. Λοιπόν, ξες τί μου έχει λείψει; Να πάμε κάπου και να ακούσουμε καλή μουσική. Βέβαια κάθε βράδυ στη πλατεία τη βγάζουμε αλλά απόψε πως μας έκατσε κι εσύ γούσταρες… βασικά κι εγώ γούσταρα… μαλάκα δε παίζει ταξί… που στο πούτσο είμαστε; Και Ρέιτζ Εγκένστ δε Μασίν ρε μαλάκα… φαντάσου τους σήμερα λάιβ με φέσιμπουκ και στριφογυριστό θάνατο και τα τοιαύτα… με Φύσσα νεκρό απ’ τους σκατοφασίστες… ρε μαλάκα είχαμε φασίστες τότε; Βασικά είχαμε αλλά κρύβονταν τα γαμιόλια… λοιπόν τί έλεγα… ναι, Ρέιτζ Εγκένστ δε Μασίν λάιβ,  μπουρδέλο θα γινόταν η φάση… βασικά σκατά μπουρδέλο, τί μπουρδέλο, μπουρδέλο είμεθα… άκου είμεθα… καλά ρε μαλάκα, εσύ που τα βρήκες τα φράγκα να γίνεις μπουρδέλο απόψε;  Ναι ρε, ταξί… σου πω… μήπως να φάμε κάτι ρε μαλάκα; Με τα κατοστάρικα τρώγαμε όλοι. Μετράγαμε κολοκοτρώνηδες και δεκαχίλιαρια αλλά με κατοστάρικα τρώγαμε το κώλο μας… ρε μαλάκα, πα να δώσουμε τα τελευταία σοϊμπλόευρα για φαΐ λες; Ναι ρε, να φάμε… ρε μαλάκα μήπως να πάρω το αδέρφι να ‘ρθει να μας πάρει; Δε παίζει ταξί… τι εννοείς εκατό έχουν περάσει, μόνο το εκατό πέρασε. Ρε μαλάκα… ρε μαλάκα ακόμα τα ίδια τραγούδια ακούνε, ακόμα, από τότε που ‘χουμε να πάρουμε πρωτάθλημα, το πιστεύεις; Βασικά η όλη μουσική φάση στα μπαρ είναι φάση Μπάγιεβιτς, σκέψου το λίγο… τι, τί εννοώ ρε μαλάκα; μπαλάρα παίξαμε, κούπες πήραμε, έφυγε ο βάτραχος, πήρε όσα πήρε, ακολούθησε η φάση με τον πουστόγαυρο και μετά αντίο ζωή. Ρουτίνα, κανένας δεν ψαχνόταν για τίποτα. Ο Ολυμπιακός το παίρνει, οι Κουήν τον παίρνουν και στο ημίχρονο ο Κομπέιν τον παίρνει με μια καραμπίνα και το Εμ ΤιΒι καβάτζα. Καλά ρε μαλάκα, να πάρω τελικά τον αδερφό μου; Κάτσε ρε… να σε πάω για κατούρημα… αλλά που; Αφού δε βαστάς καλά… ρε μαλάκα που βρήκες τελικά λεφτά να γίνεις, δε μου πες. Λοιπόν, στο δεκαχίλιαρο τον τεστ Παπ είχαμε τελικά ρε; Δεκαχίλιαρο μαλάκα τί μου θύμισες… μπουρδέλο, πουτάνα όλα, όλα ρε, κέρναγα εσένα, τους δίπλα, τους μηχανόβιους, ακόμα και τον Μπάγιεβιτς κέρναγα ρε φίλε και Κίλινγκ Ιν Δε Νειμ Οφ, να ουμ. Κάτσε μαλάκα… θες τσιγάρο; Σκατά θα γίνεις, άστο… ναι ρε, δεν απαντάει ο αδερφός μου… ταξί δεν παίζει με τίποτα… τί έχουν περάσει δέκα λεπτ…, μαλάαααααακα τι θυμήθηκα… βασικά όχι τί θυμήθηκα, το ‘παιξε και σήμερα ο άλλος. Μπους ρε μαλάκα, Μπους… τελικά αυτές οι μαλακίες που κάνουνε στα φεσιμπούκια με Πασόκ και Σύριζα δεν θα ‘πρεπε να τα κάνουνε με τους καλλιτέχναι ρε φίλε, με μας θα ‘πρεπε να τα κάνουνε, με τα γίδια τους πελάτες στα μπαρ. Πελάτες με Πασόκ - πελάτες με Σύριζα και άντε γαμηθείτε να ουμ. Κάτσε μαλάκα… ρε μαλάκα κοιμάσαι; αναλύω τώρα… κάτσε ρε, έρχεται τ’ αδέρφι… σε πω, θα φάμε τελικά; Ρε, δε μου πες τελικά, πού βρήκες λεφτά να γίνεις λιώμα απόψε;… καλά ρε μαλάκα, τί απατεωνιά ήταν τελικά αυτό το Γκραντζ; χειρότερο κι απ το Γούντστοκ ένα πράμα. Γαμημένα σκατά με βραχνές φωνές… τέσπα… κατάρα μαλάκα, κι αλλαξοκωλίδια και ψάξε να βρεις ποιος τραγουδάει πού και όλα τα ίδια κομμάτια, όλα όμως… ντάξ υπήρχαν κι εξαιρέσεις… ποιο γκραντζ ρε μαλάκα… ρε μαλάκα, ρε μαλάκα κοιμάσαι; Έλα, έλα, θα φύγουμε… θυμάσαι ρε ‘κείνον το ταρίφα… ανήλικα ήμασταν, γυρνάγαμε απ’ τα κωλοεξάρχεια, από εκεί που δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές… ρε μαλάκα σαν χίπης μιλάω τελικά, σαν αυτούς που θέλουν τη χούντα πίσω… ξέρω ‘γω, τί να πω… πως γίναμε  έτσι, τί να σου πω ρε  μαν, τί να σου πω κι εσένα τώρα… έλα ρε, έρχεται το αδέρφι… προχωράμε τώρα μαλάκα, προχωράμε… σήκω να σου γαμήσω, πως έγινες έτσι απόψε… έλα αδέρφι… να σου πω ρε, τα Γουέντις έχουνε κλείσει; Τα Γουέντιζ ρε μαλάκα, τα Γουέντιζ… έλα ρε, μπες μέσα… ωπαλάκια… ναι ρε μαλάκα τα κατάφερες, ναι ρε μαλάκα. Άντε πάμε κι εμείς αδέρφι, αλλά να φάμε κάπου πρώτα… σου πω αδέρφι, ξες τι θέλω να ακούσω  τώρα; Ένα Λαστ Ντράιβ ρε μαλάκα, ένα Λαστ Ντράιβ… ξύπνα ρε μη κοιμάσαι!