Ρώτα τον Γιάκομπ Φον Γκούντεν

Μπήκαμε σε μια μικρή, ήσυχη ταβέρνα και συζητήσαμε, «Μείνε απλώς αυτός που είσαι αδερφέ» είπε ο Γιόχαν. «Ξεκίνα από πολύ χαμηλά, είναι το καλύτερο. Αν χρειαστείς βοήθεια…» - έκανα μια ανάλαφρη, αρνητική κίνηση με το χέρι. Εκείνος συνέχισε: «Να ξέρεις πως δεν αξίζει πια να ζει κανείς σ’ αυτό που ονομάζουμε υψηλή κοινωνία. Κατάλαβέ με σωστά, αγαπητέ μου αδελφέ». Έγνεψα ζωηρά, γιατί καταλάβαινα κιόλας τι ήθελε να μου πει, αλλά τον παρακάλεσα να συνεχίσει κι εκείνος είπε: «Είναι παράξενο το κλίμα εκεί ψηλά. Όλοι έχουν την αίσθηση ότι πέτυχαν αρκετά πράγματα στη ζωή τους, κι αυτό είναι κάτι που παραλύει και εμποδίζει κάθε δραστηριότητα. Ελπίζω πως δεν με καταλαβαίνεις απόλυτα, αδερφέ, γιατί αν με καταλαβαίνεις τότε είσαι στ’ αλήθεια φρικτός». Γελάσαμε. Τι ωραίο πράγμα να γελάς παρέα με τον αδερφό σου. Εκείνος συνέχισε: «Τώρα είσαι, τρόπος του λέγειν, ένα μηδενικό, αδελφούλη μου. Αλλά σ’ αυτή την ηλικία είναι προτιμότερο να είσαι μηδενικό, γιατί τίποτα δεν βλάπτει τόσο πολύ όσο το να γίνεις κάποιος πριν την ώρα σου. Εσύ θεωρείς ασφαλώς πως είσαι κάτι. Μπράβο σου! Υπέροχα. Αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο δεν είσαι τίποτα, ακόμα κι αυτό είναι σχεδόν εξίσου υπέροχο. Εξακολουθώ να ελπίζω ότι δεν με καταλαβαίνεις απόλυτα, γιατί αν με καταλάβαινες…». «Ξέρω θα ήμουν φρικτός» τον διέκοψα. Γελάσαμε πάλι. Είχε πολύ πλάκα. Μια παράξενη φλόγα άρχισε να αποκτά μέσα μου ζωή. Τα μάτια μου έκαιγαν. Μ’ αρέσει πολύ όταν νιώθω κάτι να με πυρπολεί. Το κεφάλι μου γίνεται τότε κατακόκκινο. Και σκέψεις γεμάτες καθαρότητα και μεγαλείο με κατακλύζουν. Ο Γιόχαν συνέχισε λέγοντας τα εξής: «Σε παρακαλώ, αδελφέ, μη με διακόπτεις όλη την ώρα. Το κουτό νεανικό σου γέλιο έχει κάτι που σκοτώνει τις σκέψεις. Άκου! Δώσε βάση σ’ αυτά που σου λέω, μπορεί κάποια μέρα να σου φανούν χρήσιμα. Προπάντων μη νιώθεις ποτέ σαν απόβλητος. Αυτό που ονομάζουμε περιθώριο, αδελφέ, δεν υφίσταται καν, γιατί σε τούτο τον κόσμο ίσως να μην υπάρχει τίποτα που να αξίζει στ’ αλήθεια να κατακτήσεις. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να έχεις στόχους και μάλιστα να τους κυνηγάς με πάθος. Αλλά για να μην τρέφεις υπέρμετρες φιλοδοξίες, βάλ’ το καλά στο μυαλό σου: δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει τους κόπους σου. Όλα είναι σάπια. Το καταλαβαίνεις αυτό; Εξακολουθώ να ελπίζω ότι δεν με καταλαβαίνεις απόλυτα. Ανησυχώ για σένα». Εγώ είπα: «Δυστυχώς παραείμαι έξυπνος κι έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να παρανοήσω τα λόγια σου, όπως ελπίζεις, αλλά μην ανησυχείς. Δεν με τρομάζουν καθόλου οι αποκαλύψεις σου». Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον. Έπειτα παραγγείλαμε κι άλλα ποτά και ο Γιόχαν, που σημειωτέων, ήταν πολύ κομψά ντυμένος, συνέχισε να μιλά: «Θα μου πεις βέβαια ότι ο κόσμος συνέχεια προοδεύει, ωστόσο αυτό δεν αποτελεί παρά ένα από τα πάμπολλα ψέματα που διαδίδουν οι επιχειρηματίες για να μπορούν να αρμέγουν τον κοσμάκη πιο άγρια και πιο αμείλικτα. Η μάζα είναι ο σκλάβος της μεγαλειώδους μαζικής σκέψης. Δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, τίποτα εξαιρετικό πλέον. Γι’ αυτό πρέπει να ονειρεύεσαι την ομορφιά, την καλοσύνη, την δικαιοσύνη. Πες μου, ξέρεις να ονειρεύεσαι;». Αρκέστηκα να γνέψω δυο φορές με το κεφάλι και άφησαν τον Γιόχαν να συνεχίσει, ακούγοντάς τον με τεντωμένα αυτιά: «Προσπάθησε να βρεις τρόπο να κερδίσεις λεφτά, πάρα πολλά λεφτά. Το χρήμα δεν έχει φθαρεί ακόμα όπως όλα τ’ άλλα. Τα πάντα, τα πάντα είναι παρηκμασμένα, διχασμένα, απογυμνωμένα από τη χάρη και τη μεγαλοπρέπειά τους. Οι πόλεις μας χάνονται αναπότρεπτα από προσώπου γης, τσιμεντένια κουτιά καταλαμβάνουν το χώρο όπου δέσποζαν κάποτε σπίτια και παλάτια. Το πιάνο, αγαπητέ μου αδελφέ, και το αναπόφευκτο φαλτσάρισμά του! Η μουσική και το θέατρο καταποντίζονται σκαλί σκαλί ολοένα βαθύτερα. Υπάρχει βέβαια ένα τμήμα της κοινωνίας που δίνει ακόμα τον τόνο, αλλά έχει χάσει πια την ικανότητα να παράγει ήχους της εντιμότητας και της υψηλής αισθητικής. Υπάρχουν βιβλία… Με δυο λόγια, μη χάνεις ποτέ το θάρρος σου. Μείνει φτωχός και καταφρονεμένος, καλέ μου φίλε. Διώξε μακριά ακόμα και τις σκέψεις για χρήματα. Είναι ωραίο και θριαμβευτικό να είσαι φτωχαδάκι. Οι λεφτάδες, Γιάκομπ, είναι οι πιο ανικανοποίητοι και οι πιο δυστυχείς. Οι πλούσιοι της εποχής μας δεν έχουν τίποτα πια. Πεθαίνουν της πείνας». Έγνεψα πάλι ότι συμφωνώ. Αλήθεια είναι, συμφωνώ αμέσως σε όλα. Μου άρεσαν βέβαια και με έβρισκαν σύμφωνο αυτά που έλεγε ο Γιόχαν. Διέκρινα περηφάνια στα λόγια του, περηφάνια και θλίψη. Ε, λοιπόν η περηφάνια και η θλίψη μαζί κάνουν πάντα έναν υπέροχο συνδυασμό. Παραγγείλαμε άλλη μια μπίρα και ο συνομιλητής μου είπε: «Πρέπει να ελπίζεις και ταυτόχρονα να μην ελπίζεις σε τίποτα. Σήκωσε το βλέμμα σου σε κάτι ανώτερο σου, αυτό είναι το σωστό, γιατί είσαι νέος, Γιάκομπ, ξεδιάντροπα νέος, αλλά μη λησμονάς ποτέ να περιφρονείς ότι βλέπεις ψηλότερά σου γεμάτος σεβασμό. Γνέφεις πάλι ότι συμφωνείς; Διάολε, είσαι τόσο βολικός ακροατής. Είσαι ένα δέντρο κατάφορτο με κατανόηση. Να είσαι ευχαριστημένος αδερφέ, να κοπιάζεις και να μαθαίνεις, να κάνεις το καλό στο συνάνθρωπό σου όταν μπορείς. Έλα πρέπει να πηγαίνω. Πες μου, πότε θα ξανανταμώσουμε; Μ’ ενδιαφέρεις πολύ, για να είμαι ειλικρινής». Βγήκαμε έξω κι εκεί στο δρόμο αποχαιρετηθήκαμε. Κοίταζα ώρα πολλή τον αγαπημένο μου αδελφό. Ναι, είναι ο αδελφός μου. Πόσο χαίρομαι.

Απόσπασμα μέσα από το βιβλίο, «Γιάκομπ Φον Γκούντεν» του Ρόμπερτ Βάλζερ, σε μετάφραση Βασίλη Πατέρα και από τις εκδόσεις Ροές.
Σκίτσο ανάρτησης: Ο Ρόμπερτ Βάλζερ από τον Κρίστοφερ Φίσερ.

Στο «Ρώτα τον Άνεμο» της περασμένης Κυριακής και για μία ώρα κάναμε ένα αφιέρωμα στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από μια σχολή για υπηρέτες…

Ρώτα τον Σαμφόρ

«Η κοινωνία σκληραίνει την καρδιά των περισσότερων ανθρώπων. Όσοι όμως από φυσικού τους δεν μπορούν να σκληρύνουν τόσο, υποχρεώνονται να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους ένα είδος φτιαχτής αναισθησίας, έτσι ώστε να μην τους πιάνουν κορόιδο ούτε οι άνδρες ούτε οι γυναίκες. Τo αίσθημα που αποκομίζει ένας έντιμος άνθρωπος όταν έχει παραδοθεί μερικές μέρες στην κοινωνία, είναι συνήθως οδύνη και θλίψη. Και το μόνο όφελος είναι ότι νιώθει κανείς ευχαρίστηση όταν αποτραβιέται στην άκρη του.»

Τάδε έφη Νικολά Σαμφόρ. Στο μεταμεσονύκτιο Κυριακάτικο «Ρώτα τον Άνεμο», (26/11) και στο clipart radio, κάναμε ένα αφιέρωμα στο βιβλίο: Σαμφόρ / Επιλογή από το έργο του, μετάφραση: Παναγιώτης Κονδύλης, εκδόσεις: Στιγμή.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από έναν αποτυχημένο πυροβολισμό.


Επειδή...


Ο Σαμφόρ οδήγησε το Όχι τόσο μακριά, ώστε την ημέρα που κατάλαβε ότι η Γαλλική Επανάσταση – της οποίας υπήρξε αρχικά ενθουσιώδης οπαδός – τον είχε καταδικάσει, έριξε έναν πυροβολισμό που του έσπασε τη μύτη και του άδειασε το δεξί μάτι. Ζωντανός ακόμα, επέμεινε στο έργο του, έκοψε το λαιμό του με ένα σουγιά και ξέσκισε τις σάρκες του. Βουτηγμένος στο αίμα, σκάλισε το στήθος του με το όπλο και τέλος, αφού άνοιξε τις αρθρώσεις των γονάτων του και τους καρπούς του, ξεψύχησε μέσα σε μια πραγματική λίμνη αίματος.
Όμως, όπως έχει ήδη ειπωθεί, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενα με την άγρια αποσύνθεση του πνεύματός του.
«Γιατί δεν δημοσιεύετε;» είχε ρωτήσει τον ίδιο του τον εαυτό, λίγους μήνες νωρίτερα, στο σύντομο κείμενό του, Προϊόντα του τελειοποιημένου πολιτισμού.
Ανάμεσα στις πολυάριθμες απαντήσεις του, επέλεξα τις εξής:
Επειδή μου φαίνεται ότι το κοινό διαθέτει το άκρων άωτον του κακού γούστου και το ζήλο για τη σπίλωση.
Επειδή επιμένουμε να εργαζόμαστε για τον ίδιο λόγο που, όταν ζυγώνουμε στο παράθυρο, επιθυμούμε να δούμε να περνάνε από το δρόμο μαϊμούδες και αρκουδιάρηδες.
Επειδή φοβάμαι να πεθάνω χωρίς να έχω ζήσει.
Επειδή όσο περισσότερο ξεθωριάζει η λογοτεχνική μου ταμπέλα τόσο πιο ευτυχισμένος αισθάνομαι.
Επειδή δεν θέλω να κάνω το ίδιο με τους ανθρώπους των γραμμάτων, που μοιάζουν με γαϊδούρια, καθώς κλοτσούν και τσακώνονται μπροστά στο άδειο παχνί τους.
Επειδή το κοινό δεν ενδιαφέρεται πλέον για τις επιτυχίες που δεν εκτιμάει.


Απόσπασμα μέσα από το βιβλίο του Ενρίκε Βίλα – Μάτας, «Μπάρτλεμπυ & Σία», εκδόσεις Καστανιώτη.
Φώτο ο Νικολά Σαμφόρ.
…………………………………………………………
Στο μεταμεσονύκτιο Κυριακάτικο «Ρώτα τον Άνεμο», (19/11) και στο clipart radio, κάναμε ένα αφιέρωμα στο βιβλίο του Ενρίκε Βίλα – Μάτας, Μπάρτλεμπυ & Σία, διαβάζοντας μερικά αποσπάσματα - όπως το παραπάνω - για τους συγγραφείς του Όχι, τους συγγραφείς της άρνησης, τους συγγραφείς που ο καθένας για τον δικό του λόγο σταμάτησαν να γράφουν ή έστησαν την «εξαφάνισή» τους. Ένα βιβλίο που καλό θα ήταν να διαβάσουν διάφοροι επίδοξοι συγγραφείς εκεί έξω.

Ιδού το αποτέλεσμα μέσα από μια παρατημένη γραφομηχανή.